Μετάφραση του "forced labor" σε Ελληνικά

Το καταναγκαστική εργασία είναι η μετάφραση του "forced labor" σε Ελληνικά.

forced labor noun γραμματική

Work which one is compelled to perform against one's will, especially in a condition of involuntary servitude as a prisoner or slave. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταναγκαστική εργασία

    feminine

    work which one is compelled to perform

    Of course, conquered or subjugated peoples were frequently set to forced labor.

    Φυσικά, οι κατακτημένοι ή υποδουλωμένοι λαοί υποβάλλονταν συχνά σε καταναγκαστική εργασία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forced labor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "forced labor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εργατική δύναμη · εργατικό δυναμικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forced labor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη