Μετάφραση του "foreclose" σε Ελληνικά
Οι αποκλείω, εμποδίζω, κατάσχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "foreclose" σε Ελληνικά.
to repossess a mortgaged property whose owner has failed to make the necessary payments [..]
-
αποκλείω
verbThe main competition concern is whether competitors of the licensor are foreclosed from the market.
Το κυριότερο πρόβλημα ανταγωνισμού είναι αν οι ανταγωνιστές του δικαιοπάροχου αποκλείονται από την αγορά.
-
εμποδίζω
verbIn effect, the extension of the restrictive scope of the provision does not foreclose the application of Article 85 (3).
Και πράγματι, η επέκταση των περιορισμών της εξεταζόμενης διάταξης δεν είναι σε θέση να εμποδίσει την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3.
-
κατάσχω
verbThe stronger the market position of the licensor the higher the risk of foreclosing competing technologies.
Όσο ισχυρότερη θέση στην αγορά κατέχει ο δικαιοπάροχος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος αποκλεισμού των ανταγωνιστικών τεχνολογιών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " foreclose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "foreclose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προβαίνω σε κατάσχεση