Μετάφραση του "forensic" σε Ελληνικά
Οι δικανικός, εγκληματολογικός, ρητορικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forensic" σε Ελληνικά.
forensic
adjective
γραμματική
Relating to the use of science and technology in the investigation and establishment of facts or evidence in a court of law. [..]
-
δικανικός
adjectiverelating to, or appropriate for courts of law [..]
Uh, conducting a forensic examination bears no resemblance to riding a bicycle.
Uh, διεύθυνση μια δικανική εξέταση δεν αντέχει καμία ομοιότητα στην οδήγηση ενός ποδηλάτου.
-
εγκληματολογικός
adjective masculinerelating to, or appropriate for courts of law [..]
-
ρητορικός
adjective masculinerelating to, or used in debate or argument
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forensic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "forensic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ιατροδικαστική · ιατροδικαστική · ιατροδικαστική ιατρική
-
Ιατροδικαστική σήμανση
-
ιατροδικαστής
-
ιατροδικαστική ιατρική
-
Δικαστική Ψυχολογία
-
Δικανική γλωσσολογία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη