Μετάφραση του "forester" σε Ελληνικά
Οι δασοφύλακας, δασοκόμος, δασολόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forester" σε Ελληνικά.
A person who practices forestry. [..]
-
δασοφύλακας
noun masculine masculine, feminineperson practicing forestry
How'd you become a forest ranger if you don't love the outdoors?
Πως έγινες δασοφύλακας αφού δεν σου αρέσει η ζωή στην ύπαιθρο;
-
δασοκόμος
masculineThe forester marks each tree with a registration number and identifies the species.
Ο δασοκόμος σημαδεύει κάθε δέντρο με έναν αριθμό καταχώρισης και προσδιορίζει το είδος του.
-
δασολόγος
masculineSo you can imagine that it's very cool to be a forester in Brazil, among other reasons.
Φαντάζεστε, λοιπόν, πόσο τέλειο είναι να είσαι δασολόγος στη Βραζιλία, και για άλλους λόγους.
-
δασονόμος
επώνυμο
Victim is Thomas Mart, works for the forest service.
Το θύμα, Τόμας Μαρτ, ήταν δασονόμος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forester " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A surname for someone who lived, or worked in a forest [..]
"Forester" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Forester στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "forester"
Φράσεις παρόμοιες με "forester" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεικτό δάσος · μικτό δάσος
-
οικοσύστημα τροπικού δάσους
-
φυτευμένο δάσος
-
απογραφή δασικών ζημιών
-
Δασική οικολογία · δασική οικολογία
-
πρωτογενές δάσος
-
αυτόχθον δάσος
-
πυκνό δάσος