Μετάφραση του "form" σε Ελληνικά
Οι φόρμα, σχηματίζω, τύπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "form" σε Ελληνικά.
The shape or visible structure of a thing or person. [..]
-
φόρμα
noun feminineshape or visible structure [..]
Fill out the form below.
Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα.
-
σχηματίζω
verbto give shape
The envelope describes the curve formed by the edges of the modulated carrier as seen on an oscillograph.
Η περιβάλλουσα περιγράφει την καμπύλη που σχηματίζεται από τα ακραία σημεία διαμόρφωσης, ως εμφαίνονται στον παλμογράφο.
-
τύπος
noun masculineγραμματικός τύπος [..]
That structure is sometimes referred to as a matrix form of organisation.
Η δομή αυτή αναφέρεται ενίοτε ως οργανωτική δομή τύπου μήτρας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σχήμα
- μορφή
- αποτελώ
- τρόπος
- έντυπο
- είδος
- δημιουργώ
- διαμόρφωση
- αίτηση
- διαμορφώνω
- πρότυπο
- συμπεριφορά
- συγκροτώ
- ύφος
- καλούπι
- σχηματίζομαι
- τάξη
- υπόδειγμα
- Φόρμα
- σώμα
- μορφώνω
- μορφοποιώ
- ανατομία
- λέξη
- έντυπη φόρμα
- ανθρώπινο σώμα
- ιδιάζουσα μορφή
- σωματική κατασκευή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " form " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Μορφή, σχήμα, δομή, πρότυπο, φόρμα, διαμορφώνω
Εικόνες με "form"
Φράσεις παρόμοιες με "form" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πτώση
-
έντυπα αιτήσεων
-
μορφές ενέργειας
-
κύρια φόρμα
-
φόρμα συγκεντρωτικού πίνακα
-
διαπλαστικός · εκπαιδευτικός
-
σχηματισμός δέσμης