Μετάφραση του "formal" σε Ελληνικά

Οι επίσημος, τυπικός, Τυπικός, επίσημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "formal" σε Ελληνικά.

formal adjective noun γραμματική

(horticulture) Organized; well-structured and planned. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίσημος

    adjective masculine

    official [..]

    There is no formal limitation in terms of suppliers of the products to be traded.

    Δεν υφίσταται επίσημος περιορισμός όσον αφορά τους προμηθευτές των προϊόντων που θα αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών.

  • τυπικός

    adjective masculine

    ceremonial

    However, that is only clear at most in the formal context.

    Αυτό πάντως είναι σαφές μόνο από τυπική το πολύ άποψη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " formal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Formal
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τυπικός, επίσημος

Φράσεις παρόμοιες με "formal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "formal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη