Μετάφραση του "former" σε Ελληνικά
Οι πρώην, προηγούμενος, πρότερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "former" σε Ελληνικά.
former
adjective
noun
γραμματική
first of aforementioned two items. Used with the, often without a noun. [..]
-
πρώην
adjective masculine, feminineprevious
Most unreturned phone calls from a former girlfriend.
Στις πιο πολλές αναπάντητες κλήσεις απο ένα πρώην γκόμενο.
-
προηγούμενος
adjective masculineBut that former time of insubordination is behind us.
Αλλά ο προηγούμενος αυτός καιρός της ανυποταξίας είναι πίσω μας.
-
πρότερος
The former would have a healthcare centre, commercial premises and apartments.
Στην πρώτη έχει προβλεφθεί η δημιουργία ενός κέντρου παροχής υπηρεσιών υγείας, εμπορικών καταστημάτων και διαμερισμάτων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τέως
- αρχαία
- παλαιότερος
- προγενέστερος
- πρώτος
- δημιουργός
- αλλοτινός
- πάλαι ποτέ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " former " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "former" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαμορφωτής της κοινής γνώμης
-
ο πρώτος από τους δύο
-
πρώτος, δεύτερος
-
άλλοτε · κάποτε · παλαιότερα · παλιά · παλιότερα · προ πολλού · στα παλιά χρόνια · στα προγενέστερα χρόνια · τον παλιό καιρό
-
πρώην φιλελεύθερο κόμμα
-
σκιά τού παλιού εαυτού μου
-
Σκόπια · πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας
-
εγκαταλελειμμένος σιδηροδρομικός σταθμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη