Μετάφραση του "fortification" σε Ελληνικά

Οι οχύρωση, οχύρωμα, ενίσχυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fortification" σε Ελληνικά.

fortification noun γραμματική

The act of fortifying; the art or science of fortifying places to strengthen defence against an enemy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οχύρωση

    noun feminine

    the act of fortifying [..]

    I think it suits the town better as a defensive fortification rather than a pulpit for seditious sermons.

    Νομίζω ότι ταιριάζει καλύτερα στη πόλη ως αμυντική οχύρωση παρά ως ένα άμβωνα για στασιαστικά κηρύγματα.

  • οχύρωμα

    noun neuter

    that which fortifies

    His army surrounded Jerusalem and built “a fortification with pointed stakes,” making escape impossible.

    Ο στρατός του περικύκλωσε την Ιερουσαλήμ και οικοδόμησε ένα «οχύρωμα με αιχμηρούς πασσάλους», το οποίο καθιστούσε αδύνατη τη διαφυγή.

  • ενίσχυση

    noun

    In between the many battles, Captain Moroni directed fortification of the weakest cities.

    Ανάμεσα στις πολλές μάχες, ο αρχιστράτηγος Μορόνι διηύθηνε την ενίσχυση των πιο αδύναμων πόλεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fortification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fortification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη