Μετάφραση του "found" σε Ελληνικά

Οι ιδρύω, θεμελιώνω, συστήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "found" σε Ελληνικά.

found verb noun adjective γραμματική

Simple past tense and past participle of find. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδρύω

    verb

    to start organization

    Harvard was founded in 1636.

    Το Χάρβαρντ ιδρύθηκε το 1636.

  • θεμελιώνω

    verb

    to begin building

    A number of Hebrew terms rendered “foundation” come from the root ya·sadhʹ, meaning “found; lay the foundation; solidly fix.”

    Αρκετές εβραϊκές λέξεις που αποδίδονται «θεμέλιο» προέρχονται από τη ρίζα γιασάδ, που σημαίνει «θεμελιώνω, θέτω το θεμέλιο».

  • συστήνω

    verb

    to start organization

    On 26 April 2007, the partners founded Polski Trawertyn.

    Στις 26 Απριλίου 2007 οι εταίροι συνέστησαν την Polski Trawertyn.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χύνω
    • ανακαλύπτω
    • κάνω
    • εδραιώνω
    • εγκαθιστώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " found " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "found" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "found" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη