Μετάφραση του "fount" σε Ελληνικά

Οι πηγή, βρύση, κρήνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fount" σε Ελληνικά.

fount noun γραμματική

a device from which poultry may drink [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγή

    noun feminine

    something from which water flows [..]

    And you're the fount of wisdom on this topic!

    Και είσαι η πηγή της σοφίας για το θέμα!

  • βρύση

    noun feminine

    something from which water flows

  • κρήνη

    noun feminine

    something from which water flows

  • γραμματοσειρά

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fount " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fount" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη