Μετάφραση του "fracturing" σε Ελληνικά
Το ρωγμάτωση είναι η μετάφραση του "fracturing" σε Ελληνικά.
fracturing
noun
verb
γραμματική
Third-person singular simple present indicative form of fracture. [..]
-
ρωγμάτωση
nounMember States should promote the responsible use of water resources in high-volume hydraulic fracturing.
Τα κράτη μέλη πρέπει να προωθήσουν την υπεύθυνη χρήση των υδάτινων πόρων κατά την υδραυλική ρωγμάτωση μεγάλου όγκου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fracturing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fracturing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάταγμα κάτω γνάθου
-
συντριπτικό κάταγμα
-
Θραύση
-
αντοχή στη θραύση
-
συμπιεστικό κάταγμα
-
υδραυλική θραύση · υδραυλική ρωγμάτωση
-
σπάω
-
θλάση · θραύση · θραύω · κάταγμα · ραγίζω · ρωγμή · σπάζω · σπάσιμο · σπάω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη