Μετάφραση του "frantically" σε Ελληνικά

Οι εμμανώς, αλλόφρονα, μανιωδώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frantically" σε Ελληνικά.

frantically adverb γραμματική

In a frantic way. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμμανώς

    adverb

    in a frantic manner

  • αλλόφρονα

    in a frantic manner

  • μανιωδώς

    adverb

    Publishers of books and magazines try frantically to cut across the audiovisual dominance of television.

    Εκδότες βιβλίων και περιοδικών προσπαθούν μανιωδώς ν’ αντιμετωπίσουν την οπτικοακουστική επιρροή της τηλεοράσεως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απεγνωσμένα
    • πανικόβλητοι
    • πυρετωδώς
    • εναγωνίως
    • υστερικά
    • έξαλλη
    • με την ψυχή στο στόμα
    • σαν τρελός
    • όπως όπως
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frantically " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "frantically" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σπαρακτική κραυγή
  • μαινάδα
  • · έξαλλος · αγωνιώδης · αλλόφρων · εμμανής · εναγώνιος · λυσσαλέος · μαινόμενος · μανιακός · μανιώδης · ξέφρενος · πανικόβλητος · παράφρων · φρενήρης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frantically" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη