Ίσως σας ενδιαφέρει να εξετάσετε και αυτές τις λέξεις:

freak

Μετάφραση του "freaking" σε Ελληνικά

freaking adjective noun verb adverb γραμματική

Present participle of freak. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " freaking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"freaking" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το freaking στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "freaking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έκτρωμα τής φύσης · τέρας τής φύσης
  • αυταρχικός τύπος · δερβέναγας · δικτάτορας · καταπιεστής · κοτζαμπάσης · κουμανταδόρος · σατράπης · χωροφύλακας
  • αγχώνομαι · τα παίζω · φρίττω · φρικάρω
  • Απλά φρίκαρε
  • οπαδός της τζαζ
  • έκτρωμα · αλλόκοτος · αποκλίνων · βαρεμένος · εθισμένος · ιδιοτροπία · νευρόσπαστο · παραξενιά της φύσης · τέρας · τερατούργημα · φρικάρω · φρικιό
  • ένα τέρας τής φύσης
  • σπιντάκιας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "freaking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη