Μετάφραση του "freedman" σε Ελληνικά
Οι απελεύθερος, Απελεύθερη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freedman" σε Ελληνικά.
freedman
noun
γραμματική
A person who has been released from a condition of slavery. [..]
-
απελεύθερος
noun(See also Freedman; Free Woman)
(Βλέπε επίσης Απελεύθερος· Ελεύθερη Γυναίκα)
-
Απελεύθερη
πρώην δούλος που έχει κερδίσει την ελευθερία του
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " freedman " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη