Μετάφραση του "freeing" σε Ελληνικά

Οι χειραφέτηση, απολυτρωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freeing" σε Ελληνικά.

freeing verb noun

Present participle of free. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χειραφέτηση

    noun feminine

    Education also has a duty to help set people free.

    Η παιδεία πρέπει να συμβάλλει επίσης στη χειραφέτηση των ατόμων.

  • απολυτρωτικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " freeing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "freeing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "freeing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη