Μετάφραση του "freestanding" σε Ελληνικά
Οι ανεξάρτητος, standing or set apart; not attached to anything ... ανεξάρτητος, αυτόνομος, αμοντάριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freestanding" σε Ελληνικά.
freestanding
adjective
γραμματική
standing or set apart; not attached to anything [..]
-
ανεξάρτητος
adjective masculine -
standing or set apart; not attached to anything ... ανεξάρτητος, αυτόνομος
-
αμοντάριστος
έπιπλο, συσκευή
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυτόνομος
- μη συμβεβλημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " freestanding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη