Μετάφραση του "freewheel" σε Ελληνικά
Το τριγυρίζω είναι η μετάφραση του "freewheel" σε Ελληνικά.
freewheel
verb
noun
γραμματική
a device in a transmission that disengages the driveshaft from the driven shaft when the driven shaft rotates faster than the driveshaft. [..]
-
τριγυρίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " freewheel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "freewheel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεξάρτητος · αντισυμβατικός · ελεύθερος
-
έκλυτος βίος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη