Μετάφραση του "freezing" σε Ελληνικά

Οι πάγωμα, κατάψυξη, Πήξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "freezing" σε Ελληνικά.

freezing adjective verb noun γραμματική

(literally) Suffering or causing frost [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάγωμα

    noun

    I don't think " brain freeze " is an accurate description here.

    Δε νομίζω ότι το " πάγωμα μυαλού " είναι η ακριβής διάγνωση.

  • κατάψυξη

    See, when a player gets to the Majors, chicks come out of a deep freeze.

    Όταν ένας παίκτης πάει στα Μέιτζορς, οι γκόμενες βγαίνουν απ'την κατάψυξη.

  • Πήξη

    phase transition in which a liquid turns into a solid

    curdling: the duration of and temperature for curdling are specified, and delaying the process by freezing the curd is prohibited,

    Πήξη: ορίζονται η διάρκεια και η θερμοκρασία πήξης· απαγορεύεται η χρήση κατεψυγμένου τυροπήγματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παγωμένος
    • μπούζι
    • παγερός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " freezing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "freezing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "freezing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη