Μετάφραση του "frequent" σε Ελληνικά
Οι συχνός, συχνό, συχνάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frequent" σε Ελληνικά.
frequent
adjective
verb
γραμματική
Done or occurring often. [..]
-
συχνός
adjective masculinedone or occurring often
The little one has made frequent mention of sir's name.
Η μικρούλα ανέφερε συχνά το όνομά σας, κύριε.
-
συχνό
adjective neuterdone or occurring often
Such rights and obligations are particularly frequent in family law and employment law.
Τέτοια δικαιώματα και υποχρεώσεις αποτελούν ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο στο οικογενειακό και το εργατικό δίκαιο.
-
συχνάζω
verbI enquired of my friend, the proprietor of the bar you frequent.
Ρώτησα τον φίλο μου, τον ιδιοκτήτη του μπαρ που συχνάζεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συχνή
- είμαι πελάτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " frequent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "frequent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συχνές ερωτήσεις
-
συχνά · τακτικά
-
συνήθεις ερωτήσεις
-
υψίσυχνος
-
συχνότερος
-
Συχνές ερωτήσεις
-
θαμώνας
-
λίστα στοιχείων που χρησιμοποιούνται συχνότερα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη