Μετάφραση του "friend" σε Ελληνικά

Οι φίλος, φίλη, γνωστή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "friend" σε Ελληνικά.

friend verb noun γραμματική

A person other than a family member, spouse or lover whose company one enjoys and towards whom one feels affection. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φίλος

    noun masculine

    boyfriend or girlfriend [..]

    Mary came home from school in tears because her friends had teased her.

    Η Μαίρη γύρισε σπίτι σπό το σχολείο μες στα δάκρυα γιατί οι φίλοι της την πείραζαν.

  • φίλη

    noun feminine

    boyfriend or girlfriend [..]

    My friend wants to dye her hair pink.

    Η φίλη μου θέλει να βάψει τα μαλλιά της ροζ.

  • γνωστή

    noun feminine

    person with whom you are acquainted

    We need to speak to her friends, acquaintances, coworkers.

    Θα χρειαστεί να μιλήσουμε σ'όλους τους φίλους, γνωστούς της, συναδέλφους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γνωστός
    • βοηθός
    • γκόμενος
    • γκόμενα
    • αμόρε
    • φιλος
    • υποστηρικτής
    • γνωριμία
    • θαυμαστής
    • λάτρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " friend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Friend noun proper γραμματική

A Quaker; a member of the Society of Friends. [..]

+ Προσθήκη

"Friend" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Friend στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "friend"

Φράσεις παρόμοιες με "friend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "friend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη