Μετάφραση του "frightening" σε Ελληνικά

Οι τρομακτικός, φοβιστικός, φοβερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frightening" σε Ελληνικά.

frightening adjective verb noun γραμματική

causing fear; of capable of causing fear; scary [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρομακτικός

    adjective masculine

    awful [..]

    We both want the world to be a less frightening place.

    Και οι δυο θέλουμε να είναι ο κόσμος λιγότερο τρομακτικός.

  • φοβιστικός

    masculine

    scary

    Captain Campbell is not frightening.

    Ο Κάπταιν Καμπελ δεν είναι φοβιστικός.

  • φοβερός

    adjective masculine

    Desire can be a frightening and powerful sensation.

    Η επιθυμία μπορεί να γίνει μια φοβερή και πολύ δυνατή αίσθηση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρομαχτικός
    • τρομαχτικόσ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frightening " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "frightening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγριεμένος
  • τρομαγμένος · φοβισμένος
  • αποθαρρύνω · αποκαρδιώνω · πτοώ · τρέπω σε φυγή
  • αποθαρρύνω · αποκαρδιώνω · πτοώ
  • εκφοβίζω · σκιάζω · τρομάζω · τρομοκρατώ · φοβίζω · φοβερίζω
  • τρομάζω
  • τρομαγμένος · φοβισμένος
  • τρομαγμένος · φοβισμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frightening" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη