Μετάφραση του "fuck" σε Ελληνικά
Οι γαμώ, γαμήσι, γαμημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fuck" σε Ελληνικά.
fuck
Verb
verb
noun
adverb
interjection
γραμματική
(vulgar, colloquial) (often obscene) To have sexual intercourse, to copulate. [..]
-
γαμώ
verb interjectionto break or destroy [..]
I am a fucked-up thief and you are a crazy drug dealer.
Είμαι γαμώ της κλέφτρες και συ είσαι ένας τρελός έμπορος ναρκωτικών.
-
γαμήσι
noun neuteran act of sexual intercourse
How's the Jew-fucking going?
Πώς πάει το γαμήσι με τον Εβραίο;
-
γαμημένος
adjective masculinehighly contemptible person
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πήδημα
- συνουσιάζομαι
- γαμώτο
- πηδάω
- γαμημένο
- γαμημένη
- σκατά
- σκατά!
- μαλάκας
- τα κάνω μαντάρα
- γαμάω
- συνουσία
- ερωτοτροπώ
- φιλώ
- γαμώτο!
- κάνω
- παίρνω
- πηδώ
- κοιμάμαι
- κωλοτρυπίδα
- συνευρίσκομαι
- έχω σεξουαλική επαφή
- κάνω έρωτα
- να χέσω τον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fuck " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fuck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γαμήσου
-
προδίδω, εξαπατώ
-
άι γαμήσου
-
κωλοβαράω · τσιλιμπουρδίζω
-
άει γαμήσου · άι γαμήσου · άντε γαμήσου · γαμήσου
-
καμμένος
-
στου διαόλου τον κώλο
-
στ' αρχίδια μου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη