Μετάφραση του "full" σε Ελληνικά

Οι πλήρης, γεμάτος, φουλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "full" σε Ελληνικά.

full adjective verb noun adverb γραμματική

Containing the maximum possible amount of that which can fit in the space available. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλήρης

    adjective masculine

    containing the maximum possible amount [..]

    You've got my full cooperation.

    Έχετε την πλήρη συνεργασία μου.

  • γεμάτος

    adjective masculine

    containing the maximum possible amount

    In this turbulent world full of strife and anxiety, people need a place of peace.

    Στον ταραχώδη κόσμο που ζούμε, που είναι γεμάτος διαμάχες και άγχος, οι άνθρωποι χρειάζονται ένα μέρος ειρήνης.

  • φουλ

    adjective

    Trena'I told me that at full impulse, they can probably get home in less than a month.

    Ο Τρένα'λ μου είπε ότι με φουλ στρέβλωση πιθανόν να φτάσουν σπίτι τους σε λιγότερο από ένα μήνα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χορτάτος
    • ακέραιος
    • πλήρες
    • ολόκληρος
    • συνολικός
    • τελείως
    • άρτιος
    • ολόπλευρος
    • αυτούσιος
    • ριζικός
    • τουλάχιστον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " full " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Full
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλήρης, ολόκληρος

Εικόνες με "full"

Φράσεις παρόμοιες με "full" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "full" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη