Μετάφραση του "full time" σε Ελληνικά
Το τακτικά είναι η μετάφραση του "full time" σε Ελληνικά.
full time
noun
γραμματική
The full number of hours usually worked in a day or week, in distinction to part-time work. [..]
-
τακτικά
adjective adverbA full working day is the normal working day of regular workers employed on a full-time basis.
Μία πλήρης εργάσιμη ημέρα είναι η συνήθης εργάσιμη ημέρα των εργατών πλήρους απασχόλησης που εργάζονται τακτικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " full time " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "full time" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εργασία πλήρους απασχόλησης
-
δουλεύω με πλήρες ωράριο
-
τακτικά
-
αποκλειστικός · πλήρης απασχόληση · πλήρους απασχόλησης · τακτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη