Μετάφραση του "function word" σε Ελληνικά

Το μόριο είναι η μετάφραση του "function word" σε Ελληνικά.

function word noun γραμματική

(linguistics) A word that has little meaning when standing alone, but instead serves to express grammatical relationships with other words within a sentence, or specify the attitude or mood of the speaker, such as prepositions, pronouns, auxiliary verbs, or conjunctions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόριο

    noun Γλωσσ., Γραμμ.

    3) Άκλιτη μονοσύλλαβη συνήθως λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει δευτερεύουσες σχέσεις ανάμεσα στους όρους μιας πρότασης, για τον σχηματισμό εγκλίσεων, χρόνων, σύνθετων λέξεων κτλ. - Χρήσεις: αρνητικό μόριο «δεν» | μελλοντικό μόριο «θα» | δεικτικό μόριο «να» | προτρεπτικό μόριο «ας» | ερωτηματικό μόριο «μήπως» | στερητικό μόριο «α-» | εγκλιτικό μόριο (= που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό των εγκλίσεων) | αχώριστο μόριο (= που χρησιμοποιείται μόνο για τον σχηματισμό σύνθετων λέξεων ως πρώτο συνθετικό) [ΜΗΛΝΕΓ]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " function word " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "function word" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη