Μετάφραση του "furrow" σε Ελληνικά

Οι αυλάκι, ρυτίδα, αυλακώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "furrow" σε Ελληνικά.

furrow verb noun γραμματική

A trench cut in the soil, as when plowed in order to plant a crop. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυλάκι

    noun neuter

    trench cut in the soil [..]

    The same word could be used to describe plowing a straight furrow across a field.

    Η ίδια λέξη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει το όργωμα σε ίσιο αυλάκι σε κάποιο χωράφι.

  • ρυτίδα

    noun feminine

    This brow furrow, zap.

    Αυτή η ρυτίδα στο μέτωπο, τζιζ.

  • αυλακώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζαρώνω
    • ρυτιδώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " furrow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "furrow"

Φράσεις παρόμοιες με "furrow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "furrow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη