Μετάφραση του "gain" σε Ελληνικά
Οι αποκτώ, κερδίζω, κέρδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gain" σε Ελληνικά.
(obsolete) Against. [..]
-
αποκτώ
verbacquire
She's a paranoid narcissist who manipulates the law to gain power and settle scores.
Είναι μια παρανοϊκή ναρκισσίστρια που χρησιμοποιεί τον νόμο για να αποκτήσει δύναμη και να πετύχει σκορ.
-
κερδίζω
verbacquire
You must think, if we give you anything, we hope to gain by you.
Σκέψου, πριν σου δώσουμε οτιδήποτε, ελπίζουμε να κερδίσουμε από σένα.
-
κέρδος
noun neuterA nice Christian symbol can't be used for profit gains.
Ένα καλό χριστιανικό σύμβολο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κέρδη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- όφελος
- ωφέλεια
- αγοράξω
- πλεονέκτημα
- απολαβή
- αγοράζω
- Απολαβή
- καταφέρνω
- συμφέρον
- φτάνω
- επωφελούμαι
- προχωρώ
- φθάνω
- εξελίσσομαι
- άθροιση
- προσαυξάνω
- αποκομίζω
- ωφέλημα
- απολαβών, αποκτήσετε
- παίρνω βάρος
- σημειώνω πρόοδο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gain " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αποκτώ
She's a paranoid narcissist who manipulates the law to gain power and settle scores.
Είναι μια παρανοϊκή ναρκισσίστρια που χρησιμοποιεί τον νόμο για να αποκτήσει δύναμη και να πετύχει σκορ.
-
Κέρδος, απολαβή
Φράσεις παρόμοιες με "gain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Απαιτούμενο ακουστικό κέρδος
-
Χειροκίνητος έλεγχος απολαβής
-
αποκτώ ικανότητα
-
Ενισχυτής προγραμματιζόμενης απολαβής
-
Μέγιστη σταθερή απολαβή
-
αποκτώ πρόσβαση