Μετάφραση του "galloping" σε Ελληνικά
Οι καλπάζων, καλπασμός, καλπαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "galloping" σε Ελληνικά.
galloping
noun
verb
γραμματική
Present participle of gallop . [..]
-
καλπάζων
-
καλπασμός
-
καλπαστικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " galloping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη