Μετάφραση του "galloping" σε Ελληνικά
Οι καλπάζων, καλπασμός, καλπαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "galloping" σε Ελληνικά.
galloping
noun
verb
γραμματική
Present participle of gallop . [..]
-
καλπάζων
-
καλπασμός
-
καλπαστικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " galloping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "galloping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάνω κάτι καλπάζοντας · κάνω κάτι ταχέως · καλπάζω · καλπασμός · κινούμαι καλπάζωντας · κινούμαι ταχέως
-
άλογο που καλπάζει · αλογάκια · ιππέας που καλπάζει · υπασπιστής
-
κάνω κάτι καλπάζοντας · κάνω κάτι ταχέως · καλπάζω · καλπασμός · κινούμαι καλπάζωντας · κινούμαι ταχέως
-
κάνω κάτι καλπάζοντας · κάνω κάτι ταχέως · καλπάζω · καλπασμός · κινούμαι καλπάζωντας · κινούμαι ταχέως
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη