Μετάφραση του "gay" σε Ελληνικά

Οι εύθυμος, ομοφυλόφιλος, ζωηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gay" σε Ελληνικά.

gay adjective verb noun γραμματική

(dated) Happy, joyful, and lively. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύθυμος

    adjective masculine

    happy, joyful and lively [..]

  • ομοφυλόφιλος

    adjective masculine

    term that primarily refers to a homosexual person

    I'll assume there's a less-gay man standing behind me.

    Θα υποθέσω ότι υπάρχει ένας λιγότερο ομοφυλόφιλος άνδρας ο οποίος στέκεται πίσω μου.

  • ζωηρός

    adjective masculine

    happy, joyful and lively

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φαιδρός
    • αδερφίστικος
    • λεσβία
    • γκέι
    • αδερφή
    • γλεντζές
    • ζωηρόχρωμος
    • παρδαλός
    • πούστικος
    • πούστης
    • ομοφυλόφιλη
    • ομοφυλόφυλος
    • ομοφυλόφυλη
    • παιδεραστής
    • ανήθικος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gay " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Gay proper

An English surname, originally a nickname for a cheerful or lively person. [..]

+ Προσθήκη

"Gay" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Gay στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "gay"

Φράσεις παρόμοιες με "gay" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • είμαι ομοφυλόφιλος
  • Ιωάννης Γκαίυ
  • Gay icon
  • γκέι · ομοφυλόφυλος
  • γκέι μπαρ
  • Εκφοβισμός ομοφυλοφίλων
  • αποκαλύπτω δημόσια ότι είμαι γκέι
  • παρέλαση ομοφυλόφιλης υπερηφάνειας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gay" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη