Μετάφραση του "gel" σε Ελληνικά

Οι ζελέ, γέλη, τζελ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gel" σε Ελληνικά.

gel verb noun γραμματική

(transitive) To apply (cosmetic) gel to (the hair, etc). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζελέ

    noun neuter

    any gel for a particular cosmetic use

    In the future, food will most likely Be served in gel cap form.

    Και στο μέλλον πιθανότατα να σερβίρονται σε μορφή ζελέ.

  • γέλη

    feminine

    suspension of solid in liquid

    In the eyes of primitive fish, the transparent gel near the pinhole formed into a lens.

    Στα μάτια του πρωτόγονου ψαριού, η διαφανής γέλη κοντά η pinhole διαμορφώνεται σε ένα φακό.

  • τζελ

    noun neuter

    any gel for a particular cosmetic use

    There wasn't a tube of gel in a thousand miles that was safe.

    Δεν υπήρχε σωληνάριο με τζελ που να είναι ασφαλές σε ακτίνα μιλίων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πήκτωμα
    • ζελές
    • Γέλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gel"

Φράσεις παρόμοιες με "gel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη