Μετάφραση του "geminate" σε Ελληνικά
Οι δίδυμος, διπλασιάζω, διπλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geminate" σε Ελληνικά.
geminate
adjective
verb
noun
γραμματική
Forming a pair. [..]
-
δίδυμος
noun common -
διπλασιάζω
Verb verb -
διπλός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " geminate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη