Μετάφραση του "gender" σε Ελληνικά
Οι γένος, φύλο, φυλετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gender" σε Ελληνικά.
(grammar) A division of nouns and pronouns (and sometimes of other parts of speech), such as masculine, feminine, neuter or common. [..]
-
γένος
noun neutergrammar: division of nouns and pronouns
I change my gender about as often as I change my hairstyle.
αλλάζω το γένος μου σχεδόν το ίδιο συχνά όσο το χτένισμά μου.
-
φύλο
noun neuterbiological sex of persons or animals [..]
Feminism is all about undoing stereotypes about gender, so there's nothing feminine about feminism."
Ο φεμινισμός θέλει την αναίρεση όλων των στερεοτύπων των φύλων άρα δεν υπάρχει τίποτα θηλυκό στον φεμινισμό».
-
φυλετικός
adjectiveI was the type of girl that fought every form of gender discrimination growing up.
Ήμουν ο τύπος της γυναίκας που πολεμούσε κάθε φυλετική διάκριση μεγαλώνοντας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- είδος
- φυλετικότητα
- ύφος
- γραμματικό γένος
- κοινωνικό φύλο
- προσφωνώ κατά κοινωνικό φύλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gender " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Φύλο
Committee on Women's Rights and Gender Equality
Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων
Φράσεις παρόμοιες με "gender" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίκοινος, ανεξαρτήτως φύλου · ουδέτερος ως προς το φύλο
-
Μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών · διαφορά αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών · μισθολογικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων
-
βία κατά τών γυναικών
-
φύλο συνδέσμου
-
έμφυλος λόγος
-
Φυλολυγισμός
-
κατά γένος · κατά φύλο
-
το χάσμα τών φύλων