Μετάφραση του "genitive" σε Ελληνικά
Οι γενική, Γενική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "genitive" σε Ελληνικά.
genitive
adjective
noun
γραμματική
(grammar) Of or pertaining to that case (as the second case of Latin and Greek nouns) which expresses origin or possession. It corresponds to the possessive case in English. [..]
-
γενική
noun proper feminineinflection pattern
Now the Latin declensions are: nominative, genitive, dative and putative.
Τώρα οι πτώσεις των λατινικών είναι... Ονομαστική, γενική, αιτιατική και εξουθενωτική!
-
Γενική
On a global basis the vast majority of genital mutilations are performed in developing countries and not in Europe.
Γενικά, η συντριπτική πλειοψηφία των ακρωτηριασμών πραγματοποιείται σε αναπτυσσόμενες χώρες και όχι στην Ευρώπη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " genitive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "genitive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γεννητικά όργανα · γεννητικό όργανο
-
Τατουάζ γεννητικών οργάνων
-
λέξεων
-
γεννητικός
-
γεννητικό όργανο άνδρα
-
γεννητικό όργανο άνδρα
-
γεννητικά όργανα
-
Γενετήσιος ακρωτηριασμός γυναικών · ακρωτηριασμός τών γεννητικών οργάνων τής γυναίκας · γυναικεία περιτομή · κλειτοριδεκτομή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη