Μετάφραση του "genomics" σε Ελληνικά
Οι γονιδιωματική, γενομική, Γονιδιωματική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "genomics" σε Ελληνικά.
(genetics) The study of the complete genome of an organism [..]
-
γονιδιωματική
noun femininestudy of the complete genome of an organism
Plant genomics also contributes to conventional improvements through the use of marker-assisted breeding.
Η γονιδιωματική φυτών συμβάλλει επίσης σε συμβατικές βελτιώσεις με τη χρήση διασταυρώσεων με τη συμβολή δεικτών.
-
γενομική
femininestudy of the complete genome of an organism
Recombination or genomic reassortment of strains
Ανασυνδυασμός ή γενομική ανακατάταξη στελεχών
-
Γονιδιωματική
discipline in genetics
Okay, so I've got the results of your genome sequencing here.
Εντάξει, έχω τα αποτελέσματά σου από την Γονιδιωματική ακολουθία σου.
-
γονιδιακή επιστήμη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " genomics " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "genomics" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανθρώπινο γονιδίωμα
-
γονιδιωματικός
-
γενετική επιστήμη γονιδιακής δομής
-
Γονιδίωμα · γένωμα · γονιδίωμα
-
γενετική επιστήμη γονιδιακής λειτουργίας
-
Γονιδίωμα · γένωμα · γονιδίωμα