Μετάφραση του "gentility" σε Ελληνικά

Το ευγένεια είναι η μετάφραση του "gentility" σε Ελληνικά.

gentility noun γραμματική

(uncountable) The state of being elegant, genteel, having good breeding, or being socially superior. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευγένεια

    noun feminine

    I got a glimpse of his humanity... and, believe it or not, his gentility.

    Και, είτε το πιστεύεις ή όχι, την ευγένεια του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gentility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gentility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Χριστιανός · εθνικός · ειδωλολάτρης · ειδωλολατρικός · πολυθεϊστής · χριστιανός
  • πατριδωνυμικό
  • χριστιανός
  • πατριδωνυμικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gentility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη