Μετάφραση του "gentility" σε Ελληνικά
Οι αριστοκρατικότητα, αρχοντιά, ευγένεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gentility" σε Ελληνικά.
gentility
noun
γραμματική
(uncountable) The state of being elegant, genteel, having good breeding, or being socially superior. [..]
-
αριστοκρατικότητα
-
αρχοντιά
-
ευγένεια
noun feminineI got a glimpse of his humanity... and, believe it or not, his gentility.
Και, είτε το πιστεύεις ή όχι, την ευγένεια του.
-
καλοί τρόποι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gentility " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη