Μετάφραση του "geologist" σε Ελληνικά

Το γεωλόγος είναι η μετάφραση του "geologist" σε Ελληνικά.

geologist noun γραμματική

A person who is skilled at geology. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεωλόγος

    noun common masculine, feminine

    person skilled at geology [..]

    As the state geologist pointed out, this area's had a number of different names.

    Όπως τόνισε ο κρατικός γεωλόγος, αυτή η περιοχή είχε πολλά ονόματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geologist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geologist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη