Μετάφραση του "german" σε Ελληνικά

Οι γερμανικά, γερμανός, γερμανικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "german" σε Ελληνικά.

german adjective noun γραμματική

(obsolete except in set terms) Having the same mother and father; a full (brother or sister). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γερμανικά

    proper neuter

    Not only does she speak English, but also German.

    Δε μιλά μόνο αγγλικά αλλά και γερμανικά.

  • γερμανός

    There was another German farmer near Ark city.

    Υπήρχε κι άλλος ένας γερμανός αγρότης κοντά στην πόλη Άρκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " german " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

German adjective noun proper γραμματική

An inhabitant of Germany; a person of German descent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γερμανικός

    adjective masculine

    of or relating to the German language [..]

    The German people are still fanatically behind him.

    Ο γερμανικός λαός τον υποστηρίζει ακόμη με φανατισμό.

  • Γερμανός

    noun masculine m;

    German person [..]

    Well, there's a German spy in the hospital, and it's my job to find him.

    Υπάρχει ένας Γερμανός κατάσκοπος στο νοσοκομείο και έχω αναλάβει να τον βρω.

  • γερμανικά

    proper neuter n-p

    the German language [..]

    Not only does she speak English, but also German.

    Δε μιλά μόνο αγγλικά αλλά και γερμανικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Γερμανικά
    • Γερμανίδα
    • γερμανική
    • γερμανικό
    • γερμανική γλώσσα

Φράσεις παρόμοιες με "german" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "german" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη