Μετάφραση του "get laid" σε Ελληνικά

Οι έχω σεξουαλική επαφή, γαμώ, κάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "get laid" σε Ελληνικά.

get laid verb γραμματική

(slang, intransitive) To have sex. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έχω σεξουαλική επαφή

    verb

    κοιμάμαι(με)

  • γαμώ

    verb

    κοιμάμαι(με)

    Boy, if we were Methodists, what a shot we could have of getting laid right here.

    Φίλε, εάν είμασταν Μεθοδικοί, θα είχαμε και γαμώ τις ευκαιρίες να πηδήξουμε εδώ πέρα.

  • κάνω

    verb

    κοιμάμαι(με)

    So if I can't get laid, nobody gets laid.

    Και αφού δεν μπορώ να το κάνω εγώ, δεν το κάνει κανείς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω έρωτα
    • κοιμάμαι
    • παίρνω
    • πηδώ
    • συνευρίσκομαι
    • συνουσιάζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " get laid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "get laid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη