Μετάφραση του "geta" σε Ελληνικά

Οι ξυλοπάπουτσο, σαμπό, τσόκαρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geta" σε Ελληνικά.

geta noun γραμματική

a pair of Japanese raised wooden clogs worn with traditional Japanese garments, such as the kimono [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλοπάπουτσο

    noun neuter
  • σαμπό

    noun neuter
  • τσόκαρο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "geta"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη