Μετάφραση του "gingivitis" σε Ελληνικά

Οι ουλίτιδα, Ουλίτιδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gingivitis" σε Ελληνικά.

gingivitis noun γραμματική

(pathology) Inflammation of the gums or gingivae. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουλίτιδα

    noun feminine

    inflammation of the gums [..]

    He has gingivitis as a result of not flossing enough.

    Έχει ουλίτιδα ως αποτέλεσμα του ότι δεν χρησιμοποιεί νήμα.

  • Ουλίτιδα

    Human disease

    He has gingivitis as a result of not flossing enough.

    Έχει ουλίτιδα ως αποτέλεσμα του ότι δεν χρησιμοποιεί νήμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gingivitis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gingivitis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη