Μετάφραση του "gird" σε Ελληνικά

Οι περιβάλλω, χλευάζω, δένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gird" σε Ελληνικά.

gird verb noun γραμματική

(transitive) To bind with a flexible rope or cord. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιβάλλω

    verb

    Each patch is girded with a ring of tall grass.

    Κάθε τέτοια έκταση περιβάλλεται από έναν δακτύλιο ψηλής βλάστησης.

  • χλευάζω

    verb
  • δένω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gird " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gird"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gird" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη