Μετάφραση του "give" σε Ελληνικά

Οι δίνω, υποχωρώ, παρέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "give" σε Ελληνικά.

give Verb verb noun γραμματική

(ditransitive) To transfer the possession or holding of (something to someone or something else). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    transfer the possession of something to someone else [..]

    Tom didn't give his real name.

    Ο Τομ δεν έδωσε το πραγματικό του όνομα.

  • υποχωρώ

    verb

    bend slightly when a force is applied

    More forceful with her opinions, less willing to compromise or give in.

    Πιο επιβλητική με τη γνώμη της, λιγότερο πρόθυμη να υποχωρήσει ή να συμβιβαστεί.

  • παρέχω

    verb

    Member States shall ensure that the conditions giving rise to entitlement to aid are fulfilled.

    Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να τηρούνται οι όροι που παρέχουν δικαίωμα πληρωμής της ενίσχυσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσφέρω
    • παραχωρώ
    • παραδίνομαι
    • θυσιάζω
    • δωρίζω
    • συμβάλλω
    • παραδίδω
    • κάνω
    • αποδίδω
    • δίδω
    • βάζω
    • αναθέτω
    • παίρνω
    • υποκύπτω
    • μεταδίδω
    • εκχωρώ
    • αφιερώνω
    • δηλώνω
    • συνεισφέρω
    • χορηγώ
    • παράγω
    • προξενώ
    • καταρρέω
    • φέρνω
    • μαρτυρώ
    • τροφοδοτώ
    • σιτίζω
    • γίνομαι δωρητής
    • κάνω χώρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " give " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "give"

Φράσεις παρόμοιες με "give" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "give" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη