Μετάφραση του "given" σε Ελληνικά

Οι δεδομένο, δεδομένος, παρασχεθείσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "given" σε Ελληνικά.

given adjective noun verb adposition γραμματική

Past participle of give [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεδομένο

    noun neuter

    condition assumed to be true

    The high permeability grades allow lower core losses to be achieved for any given thickness of the sheets.

    Οι κατηγορίες υψηλής διαπερατότητας επιτρέπουν την επίτευξη χαμηλότερων απωλειών στον πυρήνα για κάθε δεδομένο πάχος των φύλλων.

  • δεδομένος

    particle masculine

    I haven't given them to Tom yet.

    Δεν τους έχω δώσει ακόμα στον Τομ.

  • παρασχεθείσα

    Fifth, the legal advice given may not be manifestly incorrect.

    Πέμπτον, η παρασχεθείσα νομική συμβουλή δεν πρέπει να είναι προδήλως εσφαλμένη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χορηγηθείσα
    • δοθείς
    • αδιαμφισβήτητος
    • δοτός
    • παρασχεθείς
    • χορηγηθείς
    • παρασχεθέν
    • χορηγηθέν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " given " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "given" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βαπτιστικό · βαφτιστικό όνομα · μικρό · μικρό όνομα · πρώτο · όνομα
  • ανδρικό ή γυναικείο όνομα
  • αν είχα την παραμικρή ευκαιρία · αν μου δινόταν κάποια ευκαιρία
  • ανδρικό κύριο όνομα · ανδρικό όνομα
  • παίρνω πόρτα · παίρνω, τρώω πασαπόρτι
  • Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα
  • ρέπω · τείνω
  • δοθείσης ευκαιρίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "given" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη