Μετάφραση του "glorify" σε Ελληνικά
Οι δοξάζω, δοξολογώ, επαινώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "glorify" σε Ελληνικά.
glorify
verb
γραμματική
(transitive) to exalt, or give glory or praise to (something or someone) [..]
-
δοξάζω
verbBecause she couldn't bear the idea of seeing Josephine glorified.
Δίοτι δεν θα άντεχε την ιδέα να δεί την Ιωσηφίνα να δοξάζεται.
-
δοξολογώ
verb -
επαινώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποθεώνω
- εγκωμιάζω
- εξυμνώ
- εκθειάζω
- εξιδανικεύω
- εξωραΐζω
- ηρωοποιώ
- ωραιοποιώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " glorify " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "glorify"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη