Μετάφραση του "glossal" σε Ελληνικά
Το γλωσσικός είναι η μετάφραση του "glossal" σε Ελληνικά.
glossal
adjective
γραμματική
Of, or relating to the tongue. [..]
-
γλωσσικός
adjective masculineof or relating to the tongue
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " glossal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη