Μετάφραση του "glutton" σε Ελληνικά

Οι λαίμαργος, αχόρταγος, αδηφάγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "glutton" σε Ελληνικά.

glutton adjective verb noun γραμματική

gluttonous; greedy; gormandizing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαίμαργος

    noun masculine

    one who eats voraciously

    The gluttons - what they could not satisfy in life, in death they shall be denied for eternity.

    Οι λαίμαργοι, αυτό που δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν εν ζωή, στο θάνατο θα τους αρνήτο για πάντα.

  • αχόρταγος

    noun masculine

    one who gluts himself

    If that's being greedy, then I'm the biggest glutton on earth.

    Αν αυτό είναι απληστία, είμαι ο πιο αχόρταγος άνθρωπος στη γη.

  • αδηφάγος

    noun masculine

    one who eats voraciously

    The short man was a born glutton

    Ο κοντός άνδρας ήταν γεννημένος αδηφάγος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φαγάς
    • κοιλιόδουλος
    • γούλβεριν
    • αδηφάγο ζώο
    • σαρκοβόρο ζώο gulo gulo
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " glutton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "glutton" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδηφάγος · λαίμαργος
  • αδηφάγος · λαίμαργος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "glutton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη