Μετάφραση του "gob" σε Ελληνικά
Οι ναύτης, μπούκα, στόμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gob" σε Ελληνικά.
gob
verb
noun
γραμματική
(countable) A lump of soft or sticky material. [..]
-
ναύτης
noun masculine -
μπούκα
nounYou shut your gob, woman.
Κλείσ'την μπούκα σου, γυναίκα.
-
στόμα
noun neuterI'll turn you into dried meat if you don't open your gob.
Θα σας κάνω κιμά αν δεν ανοίξετε το στόμα σας.
-
μάζα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gob " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "gob"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη