Μετάφραση του "going" σε Ελληνικά

Οι αναχώρηση, απώλεια, μετάβαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "going" σε Ελληνικά.

going adjective noun verb γραμματική

Present participle of go. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναχώρηση

    noun

    Bathing suit and sunscreen are packed and ready to go.

    Μαγιό, αντιηλιακό, έχω πακετάρει τα πάντα και είμαι έτοιμη για αναχώρηση.

  • απώλεια

    noun

    You'll be the first to go when the war breaks out.

    Θα είσαι η πρώτη απώλεια όταν ξεσπάσει ο πόλεμος.

  • μετάβαση

    noun

    So there is something going on between you and Cameron.

    Έτσι υπάρχει κάτι μετάβαση μεταξύ σε σας και το Cameron.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " going " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "going" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "going" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη