Μετάφραση του "goof" σε Ελληνικά
Οι βλάκας, παλιάτσος, κλόουν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "goof" σε Ελληνικά.
goof
verb
noun
γραμματική
(US) A mistake or error [..]
-
βλάκας
noun masculineA man is a goof to marry any woman.
Ένας άνδρας είναι βλάκας όταν παντρεύεται οποιαδήποτε γυναίκα.
-
παλιάτσος
noun masculine -
κλόουν
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάνω γκάφα
- την πατάω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " goof " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη