Μετάφραση του "gosherd" σε Ελληνικά

Οι χηνάρης, χηνάρισσα, χηνοβοσκός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gosherd" σε Ελληνικά.

gosherd noun γραμματική

One who takes care of geese. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χηνάρης

    masculine

    one who takes care of geese

  • χηνάρισσα

    feminine

    one who takes care of geese

  • χηνοβοσκός

    masculine

    one who takes care of geese

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gosherd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gosherd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη